Πήτερ Ντράκερ – Η μετακαπιταλιστική κοινωνία

Peter Ferdinand Drucker (19/11/1909-11/11/2005)
Ήταν συγγραφέας, επιστημονικός σύμβουλος διοικήσεων οργανισμών και περιέγραφε τον εαυτό τους ως «κοινωνικό οικολόγο». Συνδύαζε τόσο την ιδιότητα του λόγιου όσο και αυτή του εκλαϊκευτή. Η κύρια ερευνητική του αποστολή ήταν να εξερευνήσει τον φαινομενικά γνωστό (αλλά ουσιαστικά άγνωστο) κόσμο των επιχειρήσεων, των κυβερνητικών και των μη κερδοσκοπικών οργανισμών. Είχε τη δυνατότητα να «προβλέπει» το μέλλον του καπιταλισμού με βάση τις υπάρχουσες τάσεις που εκδηλώνονταν στους χώρους των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βιέννη μιας ακόμα ακμάζουσας Αυστρίας και σε ένα σπίτι όπου συναντιόνταν διανοούμενοι, υψηλά ιστάμενοι κρατικοί αξιωματούχοι, οικονομικοί και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες για να συζητήσουν και να δημιουργήσουν νέες ιδέες. Μετά το λύκειο πήγε στο Αμβούργο της Γερμανίας που είχε περισσότερες ευκαιρίες για δουλειά και μόρφωση. Αρχικά δούλεψε ως βοηθός σε μια βαμβακοβιομηχανία και συνέχισε ως δημοσιογράφος στο οικονομικό περιοδικό Der Österreichische Volkswirt (Ο Αυστριακός Οικονομολόγος) και στην Φραγκφούρτη στην ημερήσια εφημερίδα Frankfurter General-Anzeiger. Το 1931 πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα στο Διεθνές και Δημόσιο Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης. Στα πρώτα του βήματα στο χώρο της οικονομικής και κοινωνικής σκέψης επηρεάστηκε από τον φίλο του πατέρα του, τον διάσημο Αυστριακό Γιόζεφ Σουμπέτερ. Από τη θεωρία του τελευταίου περί της «δημιουργικής καταστροφής» ως ίδιον του καπιταλισμού, ο Ντράκερ θα κρατήσει τις σημασίες της «καινοτομίας» και της «επιχειρηματικότητας». Επηρεάστηκε επίσης από τον θεωρητικό του κράτους πρόνοιας, τον Βρετανό Τζων Μέιναρντ Κέυνς, αλλά κατά ένα τρόπο διαφορετικό. Το 1934 παρακολούθησε μια διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο Κέμπριτζ: «Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ο Κέυνς και οι λαμπροί μελετητές της οικονομίας που βρίσκονταν στην αίθουσα ενδιαφέρονταν για τη συμπεριφορά των εμπορευμάτων, ενώ εγώ ενδιαφερόμουν για τη συμπεριφορά των ανθρώπων.» Έτσι, σε όλη του την ζωή ασχολιόταν με τις σχέσεις των ανθρώπων στο πλαίσιο των οργανισμών και συνειδητά αρνιόταν να τους εντάξει σε μια λογική των αριθμών που τους συνθλίβει, όπως τους θέλει η σημερινή αντίληψη περί «ανθρωπίνων πόρων». Ασχολήθηκε, λοιπόν, με το πώς οι οργανισμοί θα φέρουν στην επιφάνεια τον καλύτερο εαυτό των ανθρώπων οι οποίοι δεν είναι «μόνοι στη γη» αλλά όντα κοινωνικά που αναζητούν την αίσθηση της κοινότητας και της αξιοπρέπειας στα πλαίσια της σύγχρονης «κοινωνίας των οργανώσεων». Εκείνα τα χρόνια που έβραζε το αίμα του αρνήθηκε να προσχωρήσει στο Ναζισμό, όπως έκαναν πάμπολλοι φοιτητές της γενιάς του. Τα δύο πρώτα βιβλία του αφορούσαν το συντηρητικό Γερμανό φιλόσοφο Φρίντριχ Γιούλιους Σταλ και το «Εβραϊκό Ζήτημα» στη Γερμανία, το οποίο είχε την τύχη όλων των βιβλίων που είχαν να πουν κάτι στους ανθρώπους. Ρίχτηκε από τους Ναζιστές στην πυρά. Πήρε το δρόμο της αυτοεξορίας που πήραν δεκάδες χιλιάδες δημοκρατικοί Γερμανοί. Πήγε στο Λονδίνο όπου εργάστηκε ως ασφαλιστικός υπάλληλος και αργότερα ως ανώτερος οικονομολόγος μιας ιδιωτικής τράπεζας. Αργότερα έφυγε με τη σύζυγό του για τις ΗΠΑ, όπου έγινε πανεπιστημιακός καθηγητής, ελεύθερος δημοσιογράφος και σύμβουλος, και απεχθανόταν τον τίτλο του «γκουρού» που τον θεωρούσε συνώνυμο του «τσαρλατάνου», κρίση που, κατά την άποψή μου, δικαιώθηκε την τελευταία τριακονταετία κατά την οποία αυτός όρος πολυφορέθηκε αλλά άφησε πίσω της εκατοντάδες χιλιάδες απολυμένους από τις καταρρέουσες επιχειρήσεις.

Ανάμεσα στις προβλέψεις του που κατέστησαν πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό ήταν ότι οι μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις βάδιζαν στις «λεωφόρους» της ιδιωτικοποίησης και της αποκέντρωσης, η ανάδειξη της Ιαπωνίας παγκόσμια οικονομική δύναμη στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η αποφασιστική σημασία που δίνεται πλέον στο μάρκετινγκ, η ανάδυση της λεγόμενης «κοινωνίας της πληροφορίας» που επιβάλει την έννοια της «δια βίου μάθησης». Ήδη από το 1959 άρχισε να μιλά για τον «εργάτη της γνώσης» και αργότερα διατύπωσε την έννοια της «παραγωγικότητας της εργασίας βάσει της γνώσης». Το 1954 με το βιβλίο του The Practice of Management λάνσαρε τον όρο “management by objectives” κάτι διαφορετικό από τον όρο “management by goals”, θεωρώντας ότι μόνο μέσα από δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων στην διαμόρφωση των αντικειμενικών σκοπών του οργανισμού μπορούν οι δύο πλευρές (διοίκηση και εργαζόμενοι) να εργαστούν για την επίτευξή τους. Αλλιώς αν άλλος (ο από πάνω) θέτει τους στόχους και άλλος πρέπει να τους πετύχει ακόμη και η ιδέα της αυτοαξιολόγησης καταλήγει σε βάρος του αξιολογούμενου. Τονίζει ότι το κέρδος δεν είναι ο πρωταρχικός στόχος της επιχείρησης αλλά βασική συνθήκη για τη συνέχιση της ύπαρξής της. Πρώτος στόχος είναι να είναι ικανοποιημένοι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτήν. Η σκέψη του Ντράκερ, βέβαια, δεν ξέφευγε από τα όρια της καπιταλιστικής ιδεολογίας. Η τελευταία ιδέα που λάνσαρε ήταν αυτή της «μετακαπιταλιστικής κοινωνίας» (το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1996 από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg): η «νέα κοινωνία – που είναι ήδη παρούσα – είναι η μετακαπιταλιστική κοινωνία. Η νέα αυτή κοινωνία θα χρησιμοποιήσει σίγουρα – ας το επαναλάβουμε – την ελεύθερη αγορά ως το μοναδικό δοκιμασμένο μηχανισμό οικονομικής ολοκλήρωσης. Δε θα είναι μια “αντικαπιταλιστική” κοινωνία. Δε θα είναι καν μια μη – καπιταλιστική κοινωνία – το μόνο που δεν είναι η επόμενη κοινωνία είναι μια μαρξιστική κοινωνία»

Το πορτραίτο φιλοτέχνησε ο
Θανάσης Τσακίρης
Δρ. ΠΜΣ «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία»
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s