Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές: 100 χρόνια έρωτες και δαιμόνια στην εποχή της ρεαλιστικής μαγείας

imagesΓκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές: 100 χρόνια έρωτες και δαιμόνια στην εποχή της ρεαλιστικής μαγείας

Μια είδηση της βρετανικής εφημερίδας Guardian που αλίευσα από το twitter έλεγε ότι ο αδελφός του μεγάλου Λατινοαμερικανού λογοτέχνη Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές δήλωσε πως ο Νομπελίστας δεν μπορεί πια να γράψει γιατί πάσχει από γεροντική άνοια. Μερικές φορές τέτοιες ειδήσεις είναι πιο λυπητερές ακόμα και από την είδηση του θανάτου ενός προσώπου, όσο η επιστήμη δεν έχει ακόμη τα μέσα να μετριάζει τέτοιες καταστάσεις.

Ποιος είναι ο Μαρκές; Είναι διηγηματογράφος, σεναριογράφος και μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Καλύπτει μια μεγάλη γκάμα ενδιαφερόντων ενός «καθολικού συγγραφέα». Στη Λατινικη Αμερική όλοι τον αποκαλούν Γκαμπο. Γεννήθηκε την 6η Μαρτίου 1927 στην Aracataca της Κολομβίας που στα μυθιστορήματά του ονομάζεται Μακόντο. Οι γονείς του –που αντιμετώπιζαν την άρνηση της γιαγιάς του για το γάμο λόγω των συντηρητικών πολιτικών θέσεων του γαμπρού- τον άφηναν στους παππούδες απ’ τη μεριά της μητέρας για να τον ανατρέφουν όσο θα έλειπαν για δουλειές. Ο παππούς ήταν στρατιώτης και ήρωας του φιλελευθέρου κινήματος και του ενστάλλαξε την ιδεολογία της κοινωνικής δικαιοσύνης και του δίδαξε τη βαρύτητα της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και πέθανε όταν ο Γκαμπριέλ ήταν 9 χρονών.

Το 1967 έγραψε το πιο διάσημο βιβλίο του που έχουμε μέσες άκρες όλοι μας διαβάσει, τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς». Είναι κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του Λατινοαμερικανικού «μαγικού ρεαλισμού», δηλαδή της ανάμιξης στοιχείων του φανταστικού και του πραγματικού κατά τέτοιο τρόπο που να έχει υψηλό βαθμό πειστικότητας. Διηγείται την ιστορία εφτά γενεών μιας οικογένειας σε ένα φανταστικό χωριό της Κολομβίας. Ξεκινά με την ιστορία μιας οικογένειας που δεν μπορεί να φροντίσει τον «αλαφροΐσκιωτο» παππού της. Το βιβλίο πούλησε πάνω από 30 εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 37 γλώσσες.

Το 1982 έλαβε τα Βραβείο Νόμπελ. Το δεύτερο πολυδιαβασμένο έργ9ο του είναι ο «Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας» που ουσιαστικά είναι η ιστορία του γάμου των γονιών του δοσμένη με σαρκασμό και χιούμορ για να δείξε τον αγώνα του πατέρα του να πείσει τον κατά τα άλλα φιλελεύθερο συνταγματάρχη και κυρίως της μητέρας της να συναινέσουν επιτέλους στο γάμο δυο ανθρώπων που αγαπιόντουσαν παράφορα. Βέβαια, τους μεταφέρει στην βαθιά τρίτη ηλικία ρίχνοντας μια μαγική-ρεαλιστική πινελιά.

Στο «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» περιγράφει την προσωπικότητα ενός λατινοαμερικανού δικτάτορα που ουσιαστικά ήταν ο Μάρκο Περέζ Χιμένεθ της Βενεζουέλας που ταίριαζε και στο προφίλ του δικτάτορα της Χιλής Αουγκουστο Πινοσέτ.

Στο «Χρονικό ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου» γράφει και ως μυθιστοριογράφος και ως ερευνητής-δημοσιογράφος που εξερευνά το θάνατο ενός παιδικού του φίλου το 1951 και αποκαλύπτει τη δολοφονία. Εδώ κάνει τη μεγάλη ανατροπή και η αφήγηση της ιστορίας αρχίζει από το τέλος. Το μυθιστόρημα έγινε κινηματογραφική ταινία το 1985 από τον Ιταλό σκηνοθέτη Φρατζέσκο Ρόσι.

Κατάλογος των έργων του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρές:

La hojarasca (Τα νεκρά φύλλα, 1955)

El coronel no tiene quien le escriba (Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει, 1961)

La mala hora (Η κακιά ώρα, 1962)

Los funerales de la Mamá Grande (Η κηδεία της Μεγάλης Μάμα, 1962)

Cien años de soledad (Εκατό χρόνια μοναξιάς, 1967) ― ελλην.μετάφρ.Αγγ.Βερυκοκάκη-Αρτέμη (“Νέα Σύνορα”)

El otoño del patriarca (Το φθινόπωρο του Πατριάρχη, 1975)

Crónica de una muerte anunciada (Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου, 1981) ― ελλην.μετάφρ.Σωτηριάδου-Μπαράχας (“Νέα Σύνορα”)

El amor en los tiempos del cólera (Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, 1985) ― ελλην.μετάφρ.Σωτηριάδου-Μπαράχας (“Νέα Σύνορα”)

La aventura de Miguel Littín clandestino en Chile (Η περιπέτεια του Μιγκέλ Λιττίν, λαθραίου στη Χιλή’, 1986)

El general en su laberinto (Ο στρατηγός μες στο λαβύρινθό του, 1989)

Doce cuentos peregrinos (Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα, 1992)

Del amor y otros demonios (Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων, 1994)

Noticia de un secuestro (Η είδηση μιας απαγωγής, 1996)

Ανεμοσκορπίσματα

Ζω για να τη διηγούμαι

Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου

Θανάσης Τσακίρης

http://tsakiris.snn.gr
http://tsakthan.blogspot.com

Advertisements
Posted in Uncategorized | Leave a comment

Steven Paul Jobs – Το Μήλο του Ψηφιακού Καπιταλισμού

Steven Paul Jobs (24/2/1955 – 5/10/2011)
O Steve Jobs ήταν μια από τις πιο γνωστές προσωπικότητες στον χώρο της νέας τεχνολογίας. Ήταν ο ένας από του δύο συνιδρυτές της Apple και πρώην πρόεδρος της Pixar (μέχρις ότου εξαγοράστηκε από τη Disney, στης οποίας το Διοικητικό Συμβούλιο διατηρούσε θέση και της οποίας ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος). Ήταν από τους πρώτους που συνέλαβαν την ιδέα του οικιακού προσωπικού υπολογιστή. Πέρα από τα θετικά του στοιχεία, ανάμεσα στα αρνητικά του συγκαταλέγεται το γεγονός ότι ως εργοδότης ήταν πολύ σκληρός και αδιαφορούσε για το αν χρησιμοποιείται ακόμη και παιδική εργασσία για την συναρμολόγηση των μηχανημάτων της Apple.

Γιατί πέφτουν οι μετοχές της Apple όταν αρρωσταίνει ο Steve Jobs;
Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009 04:00

Του
Θανάση Τσακίρη

O 54χρονος Steve Jobs παίρνει αναρρωτική άδεια ως το καλοκαίρι. “So what;” θα με ρωτήσετε. Εδώ Αρίωνες χάνονται, 1.000 είναι οι νεκροί και 5.000 οι τραυματίες στη Γάζα από τη ναζιστική πολεμική επιχείρηση του Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων κι εμείς θα κάτσουμε να σκάσουμε για την υγεία ενός γιάπη;
Μόνο που δεν πρόκειται περί αυτού. Το θέμα είναι ότι… πέφτουν οι μετοχές της εταιρείας ηλεκτρονικών υπολογιστών Apple, της οποίας ο Jobs είναι Γενικός Διευθυντής! Την περασμένη εβδομάδα ο ίδιος δήλωσε πως ακολουθούσε θεραπεία για την ανεπάρκεια μιας ορμόνης που του μπλοκάρει βασικές πρωτεΐνες από το σώμα του. Όμως, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη απ΄ όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί, σύμφωνα με το e-mail που έστειλε ο ίδιος στο προσωπικό της επιχείρησης. Μόλις έγινε γνωστή η επιστολή και ανακοινώθηκε η αναρρωτική άδεια η τιμή της μετοχής έπεσε κατά 7%. Οι φήμες είχαν κυκλοφορήσει αρκετό καιρό πριν και σιγά-σιγά η μετοχή διολίσθαινε. Η «αγορά» βοούσε περί του ζητήματος και οι κριτικές που ασκήθηκαν αφορούσαν τη μυστικοπάθεια και την παραπλάνηση των επενδυτών και του κοινού με αποτέλεσμα η διοίκηση της εταιρείας να εγκαλείται για κακοδιαχείριση. Κατά την απουσία του στη θέση του Jobs θα καθίσει ο γενικός διευθυντής εργασιών της εταιρείας Tim Cook. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η αγορά θα προεξοφλήσει τη μη επιστροφή του Jobs στην εταιρεία κι έτσι η τιμή της μετοχής θα κατρακυλήσει άλλα 10-15 δολάρια.
Έτσι τίθεται εν αμφιβόλω η συνέχιση της επιτυχημένης με τα καπιταλιστικά κριτήρια εταιρείας στους ίδιους δρόμους και ρυθμούς που χάραξε ο Jobs, ο οποίος θεωρείται «χαρισματικός».
Ο Μαξ Βέμπερ είχε διακρίνει σε τρία είδη «ηγεσίας»: παραδοσιακή, χαρισματική και ορθολογική-γραφειοκρατική. Η «χαρισματική» ηγεσία εμφανίζεται, ως επί το πλείστον, σε φάσης γενικευμένης κρίσης και αλλαγής εποχής. Μετά την μεταβατική περίοδο αυτή επιτυχημένη θεωρείται η οργάνωση εκείνη η οποία θα έχει εντάξει το «χαρισματικό» ηγέτη στην καθημερινή της λειτουργία και θα την έχει καταστήσει «ορθολογική-γραφειοκρατική» με νόμιμες και σταθερές διαδικασίες αλλαγής διοίκησης και ηγετικής ομάδας. Η περίπτωση που μας απασχολεί είναι εταιρεία-ηγέτης του κλάδου της και οφείλει πάρα πολλά στην ύπαρξη χαρισματικών κομπιουτεράδων όπως ο Jobs, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδρυτές της Apple, και ήταν ο πρώτος που, στις αρχές της δεκαετίας το ’80, διέβλεψε την εμπορευσιμότητα της ιδέας του προσωπικού υπολογιστή που ο χρήστης χειρίζεται με το γνωστό μας «ποντίκι». Στο μεταξύ – μετά τη σύγκρουση για τον προσανατολισμό της Apple στο εσωτερικό του ΔΣ της εταιρείας που είχε ως συνέπεια την παραίτησή του – ο Jobs είχε ιδρύσει την εταιρεία ανάπτυξης πλατφορμών Υ/Η NeXT, που ειδικεύτηκε στις αγορές της ανώτατης εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Επίσης, το 1986 εξαγόρασε την Μονάδα δημιουργίας γραφικών Η/Υ της Lucasfilm Ltd και δημιούργησε την εταιρεία Pixar Animation Studios, στην οποία διετέλεσε Γενικός Διευθυντής ως την εξαγορά της από την Walt Disney, της οποίας είναι ο μεγαλύτερος ατομικός μέτοχος και μέλος του ΔΣ της. Ο Jobs ξαναγύρισε στην Apple όταν η τελευταία εξαγόρασε τη NeXT.
Αυτή η «χαρισματικότητα» και η επιχειρηματική διαδρομή του Jobs συνέβαλε τα μέγιστα στη συντήρηση και ενίσχυση του μύθου του ιδιότροπου ατομικιστή επιχειρηματία της Silicon Valley και, κατ΄ επέκταση, του ευφυούς καπιταλιστή ηγέτη. Το πρόβλημα της Apple είναι τώρα αν θα καταφέρει να περάσει από το πρότυπο του «χαρισματικού ηγέτη» στο πρότυπο της συλλογικής «ορθολογικής» ηγεσίας. Το πρόβλημα το δικό μας είναι να αντιτάξουμε με πειστικό τρόπο το εναλλακτικό μοντέλο για το σοσιαλισμό στις σημερινές συνθήκες του καπιταλισμού της γνώσης.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Νίκος Πουλαντζάς – Βασικές θέσεις – Σχετική αυτονομία του κράτους

Poulantzas2

Βασικές θέσεις του Νίκου Πουλαντζά (30 Σεπ. 1936 – 3 Οκτ. 1979)

38 χρόνια πέρασαν από εκείνο το πρωί που μάθαμε το θλιβερό μαντάτο ότι ο Νίκος Πουλαντζάς ήταν νεκρός. Από τότε μέχρι σήμερα ο κόσμος άλλαξε και αλλάξαν μαζί του οι καιροί. Ας δούμε, όμως, ορισμένες βασικές θέσεις που διατύπωσε ο Νίκος Πουλαντζάς και που έμειναν ζωντανές στο δημόσιο διάλογο και έτυχαν παραπέρα επεξεργασίας από όσους/ες ακολούθησαν τα δύσβατα μονοπάτια στις Άνδεις της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας.

O Νίκος Πουλαντζάς απορρίπτοντας την άποψη του απολύτως οικονομικού χαρακτήρα των τάξεων και τον μυθολογικό δυισμό τους, θεωρεί ότι οι ιδεολογικοί και πολιτικοί παράγοντες στη συγκυρία επηρεάζουν τη συγκρότηση και δράση των κοινωνικών τάξεων. Οι τάξεις δεν μπορούν να οριστούν ξέχωρα από την πάλη. Έτσι ο Πουλαντζάς απορρίπτει ουσιαστικά μια στενή δομική αντίληψη για τις τάξεις υπέρ μιας πιο ευρείας σχεσιακής δομικής αντίληψης. Οι τάξεις, μόνο κατ’ αρχήν, προσδιορίζονται δομικά, δηλαδή υπάρχουν αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη θέληση ή τη συνείδηση των ατόμων. Στον προσδιορισμό των τάξεων τον κύριο ρόλο τον παίζουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και οι πολιτικές ιδεολογικές σχέσεις αποτελούν μέρος αυτών των σχεσιακών δομικών προσδιορισμών. Συνεπώς, τα κριτήρια είναι οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά. Στα οικονομικά κριτήρια προτείνει το διαχωρισμό των βιομηχανικών χειρωνάκτων «παραγωγικών εργατών» και των «μη παραγωγικών εργατών» με το κριτήριο της παραγωγής υπεραξίας και όχι με το κριτήριο του αν είναι κανείς μισθωτός ή μη.[1] Άρα, την εργατική τάξη την αποτελούν αυτοί που παράγουν άμεσα υπεραξία παράγοντας υλικά εμπορεύματα και όχι οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες, στο εμπόριο και στο κράτος. Οι τελευταίες ομάδες είναι που αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα αυτού του κοινωνικού χώρου που ονομάζει «νέα μικροαστική τάξη». Είναι η τάξη των επαγγελματιών, των τεχνικών και των υπόλοιπων πνευματικά εργαζομένων, που είναι φορείς των κυρίαρχων ιδεολογικών σχέσεων. Οι ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις είναι οι κοινωνικές σχέσεις που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του κυρίαρχου τρόπου εκμετάλλευσης. Στο πολιτικό επίπεδο η διασφάλιση αυτή επιτυγχάνεται μέσω των σχέσεων εποπτείας και εξουσίας στο εσωτερικό των δημοσίων οργανισμών και των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Οι μισθωτοί διευθυντές-διαχειριστές και οι επόπτες βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με την εργατική τάξη ακόμα και αν εμπλέκονται στη διαδικασία της άμεσης παραγωγικής εργασίας. Στο ιδεολογικό επίπεδο η διάκριση «χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας» παίζει σημαντικότατο ρόλο στην υποταγή της εργατικής τάξης αποκλείοντάς την από τα «μυστικά» της γνώσης της παραγωγικής εργασίας στο σύνολό της. Αυξάνεται έτσι η εξάρτηση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο. Αυτοί οι μισθωτοί διευθυντές και επόπτες δεν είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης με τη μορφή της κυρίαρχης καπιταλιστικής αλλά είναι συμμέτοχοι στην κυριαρχία πάνω στην εργατική τάξη είτε πολιτικά είτε ιδεολογικά. Μαζί με τους παραδοσιακούς μικροαστούς, όπως οι μικροκαταστηματάρχες και οι παλιοί τεχνίτες, αποτελούν μια ενιαία αλλά ετερογενή μικροαστική τάξη, που χαρακτηρίζεται από τα ιδεολογικά στοιχεία του ατομικιστικού ανταγωνισμού, του ρεφορμισμού και της πίστης σε ένα «ουδέτερο» κράτος, διαιτητή ανάμεσα στα αντιμαχόμενα ταξικά συμφέροντα.[2] Η θέση για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία αντιμετωπίστηκε αρκετά κριτικά από πολλούς.[3] Πρώτον, πολλές, αν όχι οι περισσότερες θέσεις στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας περιλαμβάνουν τόσο παραγωγικές όσο και μη παραγωγικές δραστηριότητες. Δεύτερον, δεν ξεκαθαρίζεται γιατί και πώς αυτή η διάκριση οδηγεί αναγκαστικά σε τόσο θεμελιακές διαφορές συμφερόντων και εμπειριών των εργαζομένων. Ο Καρλ Μαρξ είχε ήδη επισημάνει ότι από τους μη παραγωγικούς εργάτες η υπεραξία αποσπάται με την απλήρωτη εργασία τους που μειώνει το κόστος για τους καπιταλιστές.[4]

Ένα άλλο στοιχείο της συζήτησης που άνοιξε ο Πουλαντζάς στα πλαίσια του μαρξιστικού διαλόγου ήταν (τι άλλο;) το κράτος. Στις ΗΠΑ η συζήτηση διεξαγόταν με ζητούμενο αν το κράτος είναι εκπρόσωπος του λαού και αν λογοδοτεί σε αυτόν (φιλελεύθεροι και πλουραλιστές) ή αν είναι εργαλείο στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης ή ελίτ (ριζοσπάστες, ελιτιστές), στο χώρο της Μαρξιστικής διανόησης, ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής, το ζήτημα αυτό ήταν ήδη λυμένο. Το κράτος ήταν έτσι κι αλλιώς εργαλείο ταξικού ελέγχου και το ζήτημα ήταν πώς το κράτος κυβερνά και πώς ασκείται ο ταξικός έλεγχος. Η παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη θεωρούσε το κράτος καπιταλιστικό απλώς και μόνο γιατί τις περισσότερες θέσεις σε αυτό τις καταλάμβαναν (ειδικά στη Βρετανία) μέλη των ανώτερων αστικών τάξεων και στρωμάτων που είχαν διαπαιδαγωγηθεί στα καλά δημόσια σχολεία και είχαν αποφοιτήσει από τα καλύτερα πανεπιστήμια (Οξφόρδη, Καίμπριτζ στη Βρετανία, Εκόλ Νορμάλ, Κολέζ ντε Φρανς στη Γαλλία) έχοντας ασπαστεί και εργάζονται με ένα κοινό κώδικα και διαθέτουν μια κοινή πολιτική-κοινωνική κουλτούρα για την υπεράσπιση των ταξικών συμφερόντων τους.[5]

Από τη δική του πλευρά ο Νίκος Πουλαντζάς με την έννοια της «σχετικής αυτονομίας» του κράτους πρότεινε μια πιο «δομική» μέθοδο προσέγγισης του κράτους, που, όπως, θα δούμε γίνεται πιο «σχεσιακή» στην πορεία. Ο Νίκος Πουλαντζάς ορίζει κατ’ αρχήν την εξουσία ως «την ικανότητα μιας κοινωνικής τάξης να πραγματοποιήσει τα ειδικά αντικειμενικά συμφέροντά της». Αναφέρεται στις δομές του πολιτικο-κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο κάθε φορά αναφέρεται και ο οποίος χαρακτηρίζεται από την διαρκή ταξική πάλη. Η έννοια της εξουσίας που συνήθως χρησιμοποιείται στην περίπτωση μιας νομιμοποιημένης δύναμης, δηλαδή, εντός ενός πλαισίου ελάχιστης συναίνεσης εκ μέρους των υφισταμένων στη σχέση εξουσίας, ενώ θεωρείται από τον Πουλαντζά χρήσιμη, εν τούτοις σχετίζεται μόνο με τη διάκριση των μορφών της εξουσίας.

Δεν είναι ούτε τα άτομα ούτε τα πολιτικά κόμματα που ορίζουν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελείται από τρία βασικά επίπεδα ή υποσυστήματα, δηλαδή το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό. Τα επίπεδα είναι αλληλεξαρτώμενα αλλά διαθέτουν μια σχετική αυτονομία. Το καπιταλιστικό κράτος παίζει το ρόλο του ρυθμιστή του συστήματος ως συνόλου: προστατεύει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του, διατηρεί την αστική κυριαρχία, τα υγιή επιχειρηματικά κέρδη, και, τέλος, κρατά την εργατική τάξη υπό έλεγχο –αν χρειαστεί δια της βίας αλλά το επιθυμητό είναι δια της ιδεολογίας. Ρυθμίζει την αναπόφευκτη ταξική πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ώστε αυτή να διεξάγεται εντός ορίων και να ελαχιστοποιούνται οι δυνατότητες εξέγερσης. Στην εποχή της φιλελεύθερης μαζικής δημοκρατίας αυτό δεν επιτυγχάνεται με την άμεση καταπίεση αλλά με τον έμμεσο έλεγχο που προϋποθέτει τη σχετική αυτονόμηση του κράτους από την εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων αστικών συμφερόντων, την τήρηση των ενδοαστικών ισορροπιών, την ικανοποίηση ορισμένων αστικών μερίδων εις βάρος άλλων ανάλογα με τη συγκυρία (π.χ. χρηματιστικού κεφαλαίου εναντίον μη παραγωγικών βιομηχανικών). Έτσι το καπιταλιστικό κράτος πατώντας σε τεντωμένο σχοινί διατηρεί την εύθραυστη ισορροπία που αναταράσσεται από τον εκάστοτε συσχετισμό ταξικών δυνάμεων. Αυτή η ισορροπία αντανακλάται στο εσωτερικό του κράτους: κοινοβούλιο, κυβέρνηση, δημόσιος τομέας. Για το λόγο ετούτο σε μια μεταγενέστερη αναδιατύπωση της έννοιας του κράτους ως τόπο άσκησης της εξουσίας θα αναφερθεί σ’ αυτό ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών.[6] Όταν η αστική τάξη αισθάνεται πιο ισχυρή επιτίθεται στην εργατική τάξη αρχικά ψηλαφίζοντας το έδαφος και απομονώνοντας τα πιο αδύναμα στρώματα της εργατικής τάξης και αργότερα προωθεί την κατά μέτωπο επίθεση στα συνολικά εργατικά δικαιώματα αφαιρώντας το έδαφος κάτω από τα πόδια της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η κορύφωση αυτής της διατάραξης της ταξικής ισορροπίας.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

[1] Poulantzas Ν. (1975) Classes in Contemporary Capitalism. London, UK: NLB.[2] Milios J. (2000) “Social classes in classical and Marxist political economy.” American Journal of Economics and Sociology. Vol. 59.No.2. σελ 283-302.
[3] Burris V. (2004) “Class Structure and Political Ideology” στο Levin R. (επιμ.) Enriching the Sociological Imagination: How Radical Sociology Changed the Discipline. Leiden, Holland and Boston, MA: Brill Publishers, σελ. 139-164. [4] Marx K. (1967) Capital, Vol. 1, Ν.Υ.: International Publishers, σελ.300.
[5] Βλ. Aaronwitz S. (1961/1979) The Ruling Class: A Study of British Finance Capital. N.Y.: Greenwood Press. Miliband R. (1969) The State in Capitalist Society, N.Y. Basic Books.
[6] Πουλαντζάς Ν. (1984) Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός. Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο,

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Πήτερ Μέιρ και Κόμμα-Καρτέλ

Στη μνήμη του Peter Mair

Ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο πέθανε σε ηλικία μόλις 60 ετών ο Πήτερ Μέιρ, ένας από τους σημαντικότερους συγκριτικούς πολιτικούς κοινωνιολόγους των τελευταίων δεκαετιών. Γεννήθηκε στην πόλη Σλίγκο της Ιρλανδίας το 1951. Κατά τον Καθηγητή Νταίηβιντ Φαρέλ του University College του Δουβλίνου που ήταν μέντοράς του, ο Μέιρ «ήταν μια πολύ σημαντική προσωπικότητα στο διεθνή ακαδημαϊκό κόσμο (…) ήταν ένας από τους πραγματικά μεγάλους της Ευρωπαϊκής πολιτικής επιστήμης. » Στο πανεπιστήμιο αυτό σπούδασε Ιστορία και Πολιτική Επιστήμη και ανάμεσα στις δύο διάλεξε με πάθος τη δεύτερη.
Το 1987 έλαβε το διδακτορικό τίτλο του από το ολλανδικό Πανεπιστήμιο Λέιντεν για τη διατριβή του The Changing Irish Party System, που σήμερα θεωρείται έργο αναφοράς για το επιστημονικό αντικείμενο. Σε αυτό το πανεπιστήμιο κατείχε την έδρα της συγκριτικής πολιτικής επιστήμης και εσχάτως ήταν επίτιμος καθηγητής συγκριτικής ευρωπαϊκής πολιτικής επιστήμης.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 διετέλεσε επίκουρος καθηγητής στα πανεπιστήμια Limerick (Ιρλανδία), Strathclyde (Γλασκόβη), Manchester και, από το 2005, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο (Φλωρεντία) για μεταπτυχιακούς φοιτητές από όλη την Ευρώπη, όπου δίδασκε συγκριτική πολιτική στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών. Εκεί, εκτός των άλλων, ως ερευνητής μελέτησε θέματα αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας, πολιτικής απάθειας και λαϊκιστικών κομμάτων. Η ειδίκευσή του αφορούσε τη μελέτη των κομματικών συστημάτων, της εκπροσώπησης και των αλλαγών στο χαρακτήρα και τη λειτουργία της δημοκρατίας των αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

Βασική βιβλιογραφία του Πήτερ Μέιρ:

 (2005) Gallagher M., Laver M., and Mair P., Representative Government in Modern Europe: Institutions, Parties, and Governments, McGraw-Hill, New York, 4th edition.
 (2004) Mair P., Political Parties and Electoral Change: Party Responses to Electoral Markets, Müller WC, Plasser F (επιμ.), Sage, London.
 (2002) Mair P. and Zielonka J (επιμ.). The Enlarged European Union: Diversity and Adaptation, Frank Cass, London.
 (1997) Mair P., Party System Change: approaches and interpretations, Oxford University Press, Oxford.
 (1995) Mair P., and R. Catz., “Changing Models of Party Organization and Party Democracy: the emergence of the cartel party”, Party Politics, Vol. 1, No. 1, σελ. 5-31 (1995).
 (1990) Bartolini S., and Mair P., Identity, Competition, and Electoral Availability: the stabilisation of European electorates 1885-1985, Cambridge University Press, Cambridge

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Το Κόμμα καρτέλ, κατά τους Πήτερ Μέιρ και Ρίτσαρντ Κατζ

Η σταδιακή ανάδυση ενός νέου τύπου κόμματος-καρτέλ που διαδέχθηκε το πανσυλλεκτικό κόμμα εξελίσσεται μέσα στις συνθήκες:
• της κοινωνίας της αφθονίας
• της έντασης των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας που οφείλεται στην ολοένα και μεγιστοποιούμενη εισβολή των μαζών στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς
• της ανάπτυξης των παντός είδους ηλεκτρονικών μέσων μαζικής -και αμφίδρομης- επικοινωνίας (τηλεόραση, διαδίκτυο κλπ) που κατά βάση διαδίδουν έναν ομοιόμορφο πολιτιστικό κώδικα στο πλαίσιο μιας «παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας».

Το κόμμα καρτέλ εντείνει στο έπακρο τα χαρακτηριστικά του πανσυλλεκτικού κόμματος ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τις βασικές αξίες συγκρότησής του.

 Δεν είναι πλέον το κόμμα που ελέγχει το κράτος αλλά το κράτος που ελέγχει το κόμμα.
 Τα κυρίαρχα κόμματα της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς έχουν εδώ και 3 δεκαετίες δοκιμαστεί ως «κυβερνητικά κόμματα».
 Τονίζεται ότι ακόμη και αν ένα κόμμα (π.χ. Εργατικό Κόμμα Βρετανίας, Νέα Δημοκρατία κ.ά.) μείνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός κυβέρνησης δεν σημαίνει ότι του αρνείται η κυβέρνηση την πρόσβαση στα οφέλη του κράτους ούτε καν σε κάποιο μερίδιο πελατειακών διορισμών.
 Όταν αυτή η πρόσβαση (άμεση ή έμμεση) δεν υφίσταται, η ύπαρξη ομάδων πίεσης σε συνδυασμό με τη δράση της αντιπολίτευσης επιφέρει επιμέρους αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική (π.χ. Ασφαλιστικό 2001, συνθήκες διεξαγωγής προεκλογικού διαλόγου).
 Τα ΜΜΕ φιλοξενούν απόψεις της αντιπολίτευσης –ειδικά μετά την καθιέρωση της ιδιωτικής τηλεόρασης οπότε ο συσχετισμός γέρνει ενίοτε σε βάρος της κυβέρνησης- με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ο κομματικός τύπος στη διαμόρφωση «κοινής γνώμης»
 Κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων ως συνέπεια της συνταγματικής κατοχύρωσης του ρόλου τους στην πολιτική ζωή των σύγχρονων κοινωνιών, που συνεπάγεται υποβάθμιση του ρόλου του κομματικού μηχανισμού ως συλλογέα οικονομικών πόρων και ενίσχυσης της κομματικής δραστηριότητας.
 Έτσι το κόμμα-καρτέλ χαρακτηρίζεται από την αλληλοδιείσδυση κράτους και κόμματος και από διακομματική συμπαιγνία που προβλέπει την κατανομή των «κρατικών λαφύρων» με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. εκλογική δύναμη των κομμάτων).
 Η επικράτηση του κόμματος καρτέλ δεν σημαίνει αυτόματη εξαφάνιση των προγενέστερων τύπων κόμματος. Η έννοια του κομματικού τύπου είναι ένας Βεμπεριανός «ιδεότυπος» (προσδιορίζει τα οριακά χαρακτηριστικά που κυριαρχούν σε μια ολότητα. Τη διαφορά την κάνουν οι πολιτικοί στόχοι και η βάση του ανταγωνισμού των κομμάτων.
 Η κοινωνική μεταρρύθμιση (ή η αντίθεση σ’ αυτήν) ήταν το διακύβευμα της εποχής των κομμάτων μαζών που ανταγωνίζονταν στη βάση της αντιπροσωπευτικής ικανότητας
 Σ την εποχή των πανσυλλεκτικών κομμάτων ήταν η κοινωνική βελτίωση και όχι η κοινωνική μεταρρύθμιση ενώ τα κόμματα ανταγωνίζονταν στη βάση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής τακτικής.
 Τέλος, στην εποχή του κόμματος καρτέλ, οι στόχοι της πολιτικής αναφέρονται στο «εγώ», η δε πολιτική έχει γίνει ένα τεχνοκρατικού χαρακτήρα επάγγελμα και ο ανταγωνισμός των κομμάτων αναπτύσσεται στη βάση της αξίωσης για αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διαχείριση.

• «Διακομματική συμπαιγνία»: η επιβίωση του πολιτικού προσωπικού στα πλαίσια της κρατικής εξουσίας και η διαχειριστική λογική για την πολιτική παρέμβαση δημιουργούν διλήμματα στα κυρίαρχα κόμματα σχετικά με τον εκλογικό νόμο και το θεσμικό κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου διεξάγονται οι εκλογικοί αγώνες.

Επιπτώσεις στην κομματική οργάνωση και στρατηγική:
• Μετατροπή του κόμματος σε «εταιρεία εντάσεως κεφαλαίου» αντί «εντάσεως εργασίας» (παραγκωνισμός μελών από τη συγκεντρωτική-επαγγελματική δραστηριότητα των κομματικών managers που μισθοδοτούνται μέσω κρατικής χρηματοδότησης ή αποσπώνται από οργανική θέση του δημόσιου τομέα και σε συνδυασμό με την προσφυγή σε ειδικά επιτελεία εταιριών της αγοράς διαφήμισης και ερευνών κοινής γνώμης).
• Τα μέλη έχουν περισσότερα δικαιώματα σε σχέση με τα μέλη των παλαιότερων τύπων κομμάτων, όμως αρχίζει και σβήνει η διάκριση μέλους και φίλου του κόμματος με την ολοένα και περισσότερη ενασχόληση των φίλων με ειδικές θεματικές ενότητες στο πλαίσιο του κόμματος.
• Η απεύθυνση μέσω των ΜΜΕ στον «ανώνυμο πολίτη» και, συνεπώς, η απόσπαση της ηγεσίας από τον κορμό της κομματικής οργάνωσης είναι φαινόμενα των οποίων ολοένα και αυξάνει η συχνότητα εμφάνισης στα κόμματα καρτέλ.
• Οι διαφημιστικές εκστρατείες στηρίζονται πολύ περισσότερο πλέον στη μορφή παρά στο περιεχόμενο ανταποκρινόμενες στις ανάγκες των (ηλεκτρονικών) ΜΜΕ.

Όμως, το κόμμα-καρτέλ δεν είναι πια η τελευταία μορφή κόμματος. Η κατάρρευση του ιταλικού κομματικού συστήματος, που ήταν το κατ’ εξοχήν σύστημα-καρτέλ, άνοιξε το δρόμο για ένα νέου τύπου κόμμα που λειτουργεί με τη μορφή της επιχείρησης που συνήθως προέρχεται από τους κόλπους των μεγιστάνων του κεφαλαίου και οδηγούν στην ολοένα και μεγαλύτερη μείωση της «σχετικής αυτονομίας» της Πολιτικής από την Οικονομία. Το πιο ολοκληρωμένο κόμμα επιχείρηση είναι η Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Βάση του κομματικού ανταγωνισμού είναι η εμπορευματοποίηση των θεμάτων και των προσωπικοτήτων. Η Πολιτική καθίσταται «προϊόν προς πώληση». Και σε αυτή την περίπτωση τα ΜΜΕ έχουν την τιμητική τους και όλα γίνονται για την προσέλκυση της δημοσιότητας, εκτός εάν τυχαίνει ο μεγιστάνας να έχει και τα ΜΜΕ στην ιδιοκτησία του, όπως ο Σ. Μπερλουσκόνι. Η εκλογική εκστρατεία διεξάγεται με όρους (εκλογικής) αγοράς που χαρακτηρίζεται από υψηλούς βαθμούς κινητικότητας και διακύμανσης. Οι δε ψηφοφόροι αντιμετωπίζονται σαν καταναλωτές. Κατά τα άλλα, ισχύουν τα ίδια που ισχύουν για τα κόμματα-καρτέλ, με μία μεγάλη διαφορά: ο αγοραίος ανταγωνισμός αφορά και τα στελέχη του κόμματος-επιχείρηση που συμπεριφέρονται ως υποψήφιοι διοικητικοί σύμβουλοι και ανώτατα στελέχη ανώνυμης επιχείρησης. Στον ανταγωνισμό αυτό συμβάλλει η ευκολία με την οποία μπορεί να προβληθούν δωρεάν ή με μικρό προϋπολογισμό από το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα (facebook, twitter, myspace, hi5, linkedin κ.ά.)

Έτσι, παρά τη πανσυλλεκτικότητα της απεύθυνσης στην ουσία τόσο το κόμμα-καρτέλ όσο και, κυρίως, το κόμμα-επιχείρηση στις συνθήκες της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής λειτουργούν αποκλειστικά προς όφελος των αφεντικών τους, δηλαδή του κράτους και του κεφαλαίου. Η Αριστερά για να αντιπαρατεθεί στο κόμμα-επιχείρηση και τη νεοφιλελεύθερη επίθεση πρέπει να απέχει από τον πειρασμό να καρτελοποιηθεί και να λειτουργήσει ως ένα σύγχρονο ριζοσπαστικό κόμμα μαζών με άμεση δημοκρατία κάνοντας χρήση της νέας τεχνολογίας προς όφελος των σκοπών της, δηλαδή του σοσιαλισμού της αυτοδιαχείρισης.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

bell hooks: Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας του λευκού καπιταλιστή πατριάρχη

Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας του λευκού καπιταλιστή πατριάρχη
Η bell hooks (βαφτίστηκε Gloria Watkins και το ψευδώνυμό της το δημιούργησε ως απότιση τιμής στη γιαγιά της και στη μητέρας της) είναι Διακεκριμένη Καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο City College στη Νέα Υόρκη. Γεννήθηκε στην πόλη Χόπκινσβιλ της πολιτείας Κεντάκι in 1952. Σπούδασε στο Πανεπστήμιο Στάνφορντ, πήρε το μάστερ της από το Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν και το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Σάντα Κρουζ της Καλιφόρνια το 1983. Παρά το γεγονός ότι είναι διάσημη ως θεωρητικός του φεμινισμού, τα έργα της καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεματικών από το κοινωνικό γένος, τη φυλή, τη διδασκαλία ως τη σημασία των ΜΜΕ για τη διαμόρφωση της σύγχρονης κουλτούρας. Ισχυρή είναι η πεποίθησή της πως όλα αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα αλλά πρέπει να κατανοηθούν στην αλληλοσύνδεσή τους. Παραδείγματος χάριν, η κυριαρχία της Λευκή, Καπιταλιστικής Πατριαρχίας γίνεται κατανοητή ως ένα σύνολο σχέσεων που δεν μπορούν να γίνουν χώρια αντιληπτές.
Στο πρώτο της βιβλίο καταγράφει σύγχρονες και ιστορικές εμπειρίες των μαύρων γυναικών στις ΗΠΑ. Αμφισβητεί τον λευκό φυλετικό ορισμό της γυναικείας ταυτότητας (womanhood) και προτείνει στον/την αναγνώστη/τρια να συλλάβει εναλλακτικές έννοιες για το φύλο, τον φεμινισμό και την πολιτική ενότητα σε σχέση με τους αγώνες και τις ιστορίες των μαύρων γυναικών. Στο δεύτερο βιβλίο επικεντρώνεται στην φεμινιστική πολιτική και στους προοδευτικούς αγώνες εντός και εκτός των μαύρων κοινοτήτων. Με βάση τις εμπειρίες της από τους αγώνες της τόσο ως ακτιβίστρια όσο και ως θεωρητικός του φεμινισμού αλλά και από το μαύρο και το λευκό φεμινισμό, η Hooks σκιαγραφεί μια σειρά σημαντικά ζητήματα: γονεϊκοί ρόλοι και πράξη, σεξουαλική καταπίεση, πληρωμένη και απλήρωτη εργασία, πολιτικές πεποιθήσεις και πράξεις. Η ειδική σκοπιά των μαύρων γυναικών εμπλουτίζει τον φεμινισμό ως θεωρία και πράξη. Ο ρατσισμός, ο σεξισμός και ο αποκλεισμός δεν εμπόδισε τις μαύρες γυναίκες από την ανάπτυξη της φεμινιστικής θεωρίας τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στην καθημερινή ζωή.
Κατά την Hooks οι πανταχού παρούσες διαδικασίες της κυριαρχίας είναι εμφανείς στην εθνική και την τοπική πολιτική, στην εκπαίδευση, στα ΜΜΕ και στον ίδιο τον εαυτό μας, τον χαρακτήρα μας. Αυτές οι διαδικασίες φυλετικής, οικονομικής και σεξουαλικής κυριαρχίας “συνηγορούν” υπέρ της υιοθέτησης μορφών αγώνα, μαύρου ακτιβισμού και πολιτικής που να είναι ανοιχτές, ριζοσπαστικές και γενικά αντιπολιτευτικές που αμφισβητούν την υπάρχουσα καθεστηκυία τάξη. Ο χαρακτήρας μας πρέπει να αναδιαρθρωθεί. Αυτή η αναδιάρθρωση έχει ως βασικά αυτά τα χαρακτηριστικά της ανοιχτότητας, της ριζοσπαστικότητας και της αντιπολιτευτικότητας. Οι διαδικασίες της αυτοανανέωσης και της αντίστασης, οι πρακτικές του έρωτα και της επιθυμίας, πρέπει να αναπτυχθούν σε ένα τοπίο όπου συστηματικά αποθαρρύνονται η αγάπη για το μαύρο χρώμα και η προβολή των κοινωνικών διαφορών που αναδεικνύουν ξεχωριστές και εναλλακτικές ταυτότητες. Προκαλείται έτσι μια βαθύτερη επανάσταση, που αποτελεί μια σαφέστατη διαφοροποίηση από τον υφιστάμενο κόσμο που γνωρίζουμε και στροφή στην δημιουργία ενός νέου κόσμου που πρέπει να μας ενώσει με ολόκληρο τον πλανήτη. Όλες αυτές οι θεματικές αποτελούν την πολιτική της ατζέντα που αφορούν την ψυχική αποαποικιοποίηση, την κριτική σκέψη, τη μαύρη φεμινιστική υποκειμενικότητα και τον συνδυασμό της φροντίδας, της γνώσης, της ευθύνης, του σεβασμού, της εμπιστοσύνης και της δέσμευσης.
Η εκπαίδευση είναι η πρακτική της ελευθερίας. Έντονα επηρεασμένη από το έργο του διάσημου ριζοσπάστη παιδαγωγού Paulo Freire, η hooks θεωρεί τις ιδέες του ως επιβεβαίωση του δικαιώματός της ως αντιστεκόμενου υποκειμένου να προσδιορίζει την πραγματικότητα. Θεωρεί την διδασκαλία ως παραστατική τέχνη (…)που προσφέρει χώρο για αλλαγή, επινόηση/εφεύρεση, αυθόρμητες μεταβολές, μπορούν να χρησιμεύσουν ως καταλύτες ξεχωρίζοντας τα μοναδικά στοιχεία σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας.

Θανάσης Τσακίρης
http://tsakiris.snn.gr
http://tsakthan.blogspot.com

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙA
• Ain’t I a woman : Black women and feminism. Boston, MA: South End Press, 1981.
• Feminist theory from margin to center. Boston, MA: South End Press, 1984.
• Talking back: thinking feminist, thinking black. Boston, MA: South End Press, 1989.
• Yearning: race, gender, and cultural politics. Boston, MA: South End Press, 1990.
• Hooks, Bell, and Cornel West. Breaking bread: insurgent Black intellectual life . Boston, MA: South End Press, 1991.
• Hooks, Bell. Black looks: race and representation. Boston, MA: South End Press, 1992.
• Hooks, Bell. Sisters of the yam: black women and self-recovery. Boston, MA: South End Press, 1993.
• Hooks, Bell. Teaching to transgress: education as the practice of freedom. New York: Routledge, 1994.
• Hooks, Bell. Outlaw culture: resisting representations . New York: Routledge, 1994.
• Hooks, Bell. Art on my mind: visual politics. New York: New Press : Distributed by W.W. Norton, 1995.
• Hooks, Bell. Killing rage: ending racism . 1st ed. New York: H. Holt and Co., 1995.
• Hooks, Bell. Bone Black: memories of girlhood. 1st ed. New York: Henry Holt and Co., 1996.
• Hooks, Bell. Reel to real: race, sex, and class at the movies . New York, NY: Routledge, 1996.
• Hooks, Bell. Wounds of passion: a writing life. 1st ed. New York: H. Holt, 1997.
• Hooks, Bell. Remembered rapture: the writer at work. 1st ed. New York: Henry Holt, 1999.
• Where We Stand: Class Matters New York and London: Routledge, 2000
• The Will to Change: Men, Masculinity, and Love Washington Square Press, 2003
• We Real Cool: Black Men and Masculinity. New York and London: Routledge, 2004
• Witness. London: Routledge, 2006.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Λέων Τολστόι (1828 – 1910) – Η μη βίαιη αντίσταση

Λέων Τολστόι (1828 – 1910)

Ο συγγραφέας Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι γεννήθηκε στη Γιάσναγια Πολιάνα, περιοχή Τούλας, δυτικά της Μόσχας, στο κτήμα της αριστοκρατικής του οικογένειας, η οποία του κληρονόμησε και τον τίτλο του κόμη, τον οποίο μαζί και με την άλλη κληρονομιά, ο συγγραφέας θα αποποιείτο στην πράξη. Ο πατέρας του είχε πάρει μέρος στον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα το 1812, όταν ο τελευταίος είχε επιχειρήσει ανεπιτυχώς να εισβάλλει και να κατακτήσει τη Ρωσία. Εγγράφηκε και φοίτησε τρία χρόνια στο Τμήμα Ανατολικών Γλωσσών του Πανεπιστήμιου του Καζάν χωρίς να πάρει πτυχίο. Μετά εγγράφηκε στη λιγότερο απαιτητική Νομική Σχολή όπου έγραψε μια εργασία συγκρίνοντας την πραγματεία του Μοντεσκιέ «Το Πνεύμα των Νόμων» με τις «Οδηγίες για τον Νομικό Κώδικα της Μεγάλης Αικατερίνης». Ενδιαφέρθηκε για τη φιλολογία και την ηθική μελετώντας τον Κάρολο Ντίκενς Κι τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ. Αντί για σταυρό φορούσε ένα μενταγιόν με την εικόνα του Ρουσσώ και ξόδευε τον καιρό του στο ποτό, στα τζόγο και στην ασωτία! Το 1851 ταξιδεύει στον Καύκασο, όπου υπηρετούσε στο στρατό ο αδερφός του. Στο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς εμφανίζονται τα πρώτα λογοτεχνικά του στοιχεία («Ιστορίες της χτεσινής μέρας» κ.ά.), ενώ συμμετέχει (αρχικά ως εθελοντής και αργότερα ως αξιωματικός) σε πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Το 1854 στέλνεται στη στρατιά του Δούναβη και στον Κριμαϊκό πόλεμο υπερασπίζεται την πολιορκημένη Σεβαστούπολη. Οι εμπειρίες θα μετατραπούν σε διηγήματα.

Έγραψε κυρίως νουβέλες και διηγήματα. Αργότερα στη ζωή του έγραψε θεατρικά έργα και δοκίμια. Τα μυθιστορήματα του Πόλεμος και Ειρήνη και Άννα Καρένινα θεωρούνται δυο από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και κορυφαία δείγματα ρεαλιστικής μυθοπλασίας. Ο Τολστόι είναι εξίσου γνωστός για την πολύπλοκη και «παράδοξη» προσωπικότητά του, για τις «ακραίες» μορφές του μοραλισμού του και τις ασκητικές ιδέες του, τις οποίες υιοθέτησε μετά από μια ηθική κρίση και την επακόλουθη πνευματική αφύπνιση. Από τότε και ύστερα εξελίχθηκε σε ηθικό στοχαστή και κοινωνικό μεταρρυθμιστή. Προέβη στην φιλολογική ερμηνεία της διδασκαλίας του Χριστού και μετατράπηκε σε Χριστιανό αναρχικό και αναρχο-ειρηνιστή. Έργα αυτής της περιόδου: «Κριτική της δογματικής Θεολογίας» (1880), «Μια εξομολόγηση» (1882) , «Σε τι συνίσταται η πίστη μου» (1884), «Λοιπόν τι πρέπει να κάνουμε» (1885-86), «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας» (1891-1893), «Πώς να διαβάζεται το ευαγγέλιο και που βρίσκεται η ουσία του» 1896, «Η χριστιανική διδασκαλία» (1897), «Το μέγα αμάρτημα» (1905), «Δεν μπορώ να σιωπήσω» (1908) Οι ιδέες του για την μη βίαιη αντίσταση, θα ασκούσαν σημαντικότατη επίδραση σε θρυλικές μορφές του 20ού αιώνα και των κινημάτων κοινωνικής και πολιτικής ανυπακοής, όπως ο Μοχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τζούνιορ.

Η άποψή του για το κράτος ήταν απόλυτα απορριπτική και το θεωρούσε ότι αποτελούσε την κυριαρχία των διεφθαρμένων (wicked ones) που υποστηριζόταν από την κτηνώδη βία. Κατ’ αυτόν, οι ληστές αποτελούσαν πολύ μικρότερο κίνδυνο απ’ ό,τι ένα καλά οργανωμένο κράτος ή μια καλοκουρδισμένη κυβέρνηση. Ασκεί αποκαλυπτική κριτική των προκαταλήψεων και των ψευδαισθήσεων που,διακατέχουν τους ανθρώπους οι οποίοι στηρίζουν τις εκκλησίες προς όφελος της εκκλησιαστικής ιεραρχίας αλλά και όσων υποστηρίζουν και το κράτος και την ατομική ιδιοκτησία. Η κριτική του αυτή είναι τόσο θεολογικά όσο και ορθολογικά εμπεριστατωμένη και αποκαλύπτει τα σημερινά κοινωνικά δεινά με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει τόσο τους θρησκευόμενους όσο και τους μη θρησκευόμενους αναγνώστες. Προπαγανδίζει τις ιδέες του με επιμονή και οργανώνει με ιδιαίτερη επιμέλεια τη διάδοση των βιβλίων του κι όσα από αυτά η Τσαρική λογοκρισία απαγορεύει τα εκδίδει στην Βρετανία στην Αγγλία ο συνεργάτης του Β. Τσέρτκωφ. Χάρη στην ακαταπόνητη δραστηριότητά του στον τομέα αυτό, ο Τολστόι αναγνωρίζεται ως μια μεγάλη ηθική δύναμη. Αγωνίζεται για την κατάργηση της θανατικής ποινής, για την παραχώρηση γης στους αγρότες, για την ανακούφιση των φτωχών και των χτυπημένων από θεομηνίες και καθίσταται σεβαστός σε όλη τη γη. Το 1888 μοίρασε τα κτήματά του στους χωρικούς και προκάλεσε βαθύτατη ρήξη στις σχέσεις του με τη σύζυγό του.

Ο Τολστόι είχε διαμορφώσει μια νέα αντίληψη και για την τέχνη, που την εξέφρασε στα δοκίμιά του «Τι είναι η τέχνη» και «Ο Σαίξπηρ και η δραματική τέχνη». Η τέχνη οφείλει να πραγματώνει το ιδανικό της ανθρώπινης αδελφοσύνης, μεταφέροντάς το από τη σφαίρα της λογικής στη σφαίρα του συναισθήματος. Αυτές τις απόψεις τις έκφρασε στα διηγήματα: «Με τι ζουν οι άνθρωποι» (1881), «Όπου υπάρχει αγάπη είναι εκεί ο Θεός» (1885), «Τρία γεροντάκια» (1886). Άλλα σημαντικά λογοτεχνικά έργα της εποχής είναι το ημιτελές «σημειώσεις ενός τρελού» (1884), «Το κράτος του ζόφου» (1886), θεατρικό έργο που παρουσιάστηκε το 1888, «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1887), μια έξοχη πραγματεία γύρω από τη σημασία της ζωής και του θανάτου, «Ο διάβολος» (1889), «Η σονάτα του Κρόιτσερ» (1889). Στα δύο τελευταία εναντιώνεται στη σεξουαλική ελευθερία. Άλλα έργα του είναι «Ο πατήρ Σέργιος» (1890-1898), «Αφέντης και δούλος» (1895).

Το Πορτραίτο φιλοτέχνησε ο Θανάσης ΤσακίρηςΔρ. ΠΜΣ «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία» Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας
http://tsakiris.snn.gr
http://tsakthan.blogspot.com

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Ζωντανή αναμετάδοση του Συμποσίου για τις Περιφερειακές και Δημοτικές Εκλογές 2010

Κάντε κλικ στο www.hpsa.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment